Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Εξάρτηση


 
Φιγούρα θολή
Απλώνει το χέρι
Σαν άγγιγμα σκιάς
Μέσα στο βαθύ σκοτάδι.
Η μόνη κουβέντα
Χαμηλόφωνα, μα με τόση ένταση
Πάρε αυτό και ξεκίνα…


Ένα κουτί σπίρτα.
Από την αρχή.


Και εσύ; Το παίρνεις;
Παλάμη κλειστή
Σε σχηματισμό γροθιάς.
Γαλάζια η αύρα της φιγούρας
Αφήνει πολύχρωμες σταγόνες.

 
Σε ρωτώ, το παίρνεις?




Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Επιστροφή


 
 
Δεν φταίω εγώ,
δεν φταίει εκείνη.
Απλά αγνοήσαμε την πινακίδα,
θέλαμε να παίξουμε με την ταχύτητα
σε ένα δρόμο μόνο για εμάς.
 
Δεν τις φοβάμαι πια τις στροφές.
Με το παράθυρο ανοιχτό να με ξυπνά,
ξεκαθάριζαν οι σκέψεις,
μετρούσα αστέρια σε κάθε στροφή.
Επέτρεπα στα όνειρα
να εισβάλουν σα μικρές πυγολαμπίδες.
Ούτε ο πυκνός καπνός του τσιγάρου δεν τις εμπόδιζε.
Πάλευα να τις κλείσω στη χούφτα μου,
προτιμούσαν το χάος της ομίχλης.
 
Στην τελευταία μου τζούρα,
Στο τελευταίο μου φύσημα,
εκείνες σιωπηλά αποχωρούσαν,
αφήνοντας οι ουρές τους
χρωματικές αποχρώσεις.
Τους στερούσα το οξυγόνο,
για δώρο, μου άφηναν τα χρώματα του ουρανού
να πάρω μαζί μου. Κάθε φορά και απο ένα.
 
Και τότε, το μόνο που θυμόμουν,
πως κάποιος είχε κλέψει τα φρένα.
Γκάζι, Μόνο γκάζι παταγα,
σε κάθε στροφή, κάνοντας σινιάλο
με τα δυνατά μου φώτα,
σε όποιον απρόσκλητο επισκέπτη
είχε σκοπό να εισβάλλει στο δρόμο μας.
Στο δικό μας δρόμο.
Εκεί, η μια για την άλλη.
Φταίει το φεγγάρι που δεν έφεγγε το δρόμο μας.
 
Σήμερα, το μόνο που μου έμεινε
είναι το δώρο τους, τα χρώματα του ουρανού.
Το γέλιο, η χαρά κι η μελωδία.
Στα όνειρα που έκανα και ποτέ δεν ήρθαν,
αλλάζοντας τα πια με λίγη βρώσιμη πλαστελίνη,
μπας και γλυκάνω την  ψυχή μου.
 

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Midnight in Paris


 
Ταξίδι στο χρόνο.

Να σε πάρω να φύγουμε;
Να ταξιδέψουμε ΄΄ονειρικά΄΄ στο χρόνο, να κολυμπήσουμε συντρόφια, χέρι με χέρι, στην μαγεία της τέχνης.
Καθισμένοι στα μαρμάρινα σκαλιά, με ανάσες βαριές από το αλκοόλ, το μεγάλο ρολόι σημάνει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Χτυπά, χτυπά δυνατά, προμηνύοντας την έναρξη ενός  ταξιδίου.
 Σε μια εποχή ……που θα ήθελες να γνωρίσεις; Να είχες γεννηθεί;
 Ένα αυτοκίνητο, μμμμμμμ της εποχής του 20, σημερινή αντίκα, κομψό και καλογυαλισμένο,  σταματά μπροστά στα πόδια μας. Η πόρτα ανοίγει, είναι για εμάς, για ένα απολαυστικό ταξίδι στην πολη του φωτός, μιας άλλης εποχής. Οι μικρές λάμπες μας καθοδηγούν στα σωστά σοκάκια της πόλης. Το παγκάκι με θέα το πάρκο μας περιμένει για μια ανάλυση, της ψυχής του ταξιδίου. Για ακόμη μια φορά: Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο παραμύθι, θέλω να σε πάρω να φύγουμε, μικρέ κρυμμένε εαυτέ μου. Και ζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
 Το τέλος μικρέ μου εαυτέ είναι τόσο αισιόδοξο …….. κρύβεται στην αλήθεια της καθημερινότητας  που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας………… είμαστε όμως ικανοί να τη δούμε?
 

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Θα'θελα απόψε

Στο ακρογυάλι της Ουτοπίας........
 
 Αυτό που θα'θελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα, τόσο τη χαράμισα, τόσο τη δάνεισα, τόσο
την ξερίζωσα. Από ποιον να τη ζητήσω τώρα...
Και τι ωφελεί...
Αυτό που θα ήθελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω
πάνω του και να κλάψω.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για
όσα περίμενα και δεν ήρθαν. Για όσα ήρθαν. Για όσα με πρόδωσαν.
Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα μ'ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές.
Για όλα...
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν'ακούσω τη φωνή του
να μου πει ψιθυριστά:
"Μην κλαις". Μόνο αυτό. Τίποτ'άλλο.
Μην κλαις. Μόνο αυτό...
...................................................................
 
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος. που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό, έστω στην άκρη των μαλλιών...
Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Τόσο πολλά;
                                                                                   της Αλκυόνης Παπαδάκη.
 
 
 
 
 

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Μου λείπεις






Όσο κι αν προσπάθησα

δεν τη διέγραψα  τη μνήμη,

μόνο παριστάνω ότι πάσχω από ‘αμνησία'.


Φυλαγμένες οι αναμνήσεις
στο πατάρι του εγκεφάλου.
Kάτι βράδια, ξεπροβάλουν 
μπρος στα μάτια μου
σαν θεατρικό με μαριονέτες.
Ακόμη κι αν ξέχασα τη μυρωδιά,
τη χροιά της φωνής,
τη πρώτη μου λέξη.


Αγκαλιάζω σφιχτά το μαξιλάρι.
Όπως τότε, που λέγαμε,                                          
‘’σφιξε τα δόντια όλα θα περάσουν’’.
Θυμάσαι?
Δεν πέρασαν, ήρθαν κι άλλα,
πιο επώδυνα.
Μα συνεχίζω να σφίγγω τα δόντια.
Και μου λείπεις.


Περνούν τα χρόνια και εγώ σου μοιάζω.
Μα μέρα δε περνά που να μην λείπεις.
Μου λείπεις!